Ο.Κουμαρέλλας: Η προοπτική και η στρατηγική για μια νέα Οικονομία στέρεη στο βάθος του χρόνου (εισαγωγή)

του Όθωνα Κουμαρέλλα

Η χώρα μας, παρά και ενάντια στην αντίληψη, που για χρόνια καλλιεργούν οι άρχουσες ελίτ και οι υποταγμένες σ’ αυτές κυβερνήσεις και που την θέλουν φτωχή και αδύναμη και γι’ αυτό πάντα υποτελή σε ξένους προστάτες, είναι μια προικισμένη χώρα. Παρά τη λογική της «ψωροκώσταινας» διαθέτει πλούσιους τους φυσικούς της πόρους, είτε αυτοί αφορούν το περιβάλλον, το κλίμα, την ιστορικότητα του εθνικού χώρου, είτε αφορούν τον ορυκτό πλούτο, τις πολυποίκιλες και πολύμορφες ενεργειακές πηγές, ή τη δυνατότητα του εδάφους της να θρέψει με αυτάρκεια τον πληθυσμό, είτε και κυρίως το ανθρώπινό της δυναμικό. Διαθέτει φυσικούς πόρους και δυναμικό τέτοιο που μπορεί να εξασφαλίσει στο διηνεκές υψηλό βιοτικό επίπεδο και ανεπανάληπτη ποιότητα ζωής για το λαό μας.
 
Η πηγή του κακού.
 
Οι εθελόδουλες όμως κυβερνήσεις με τις πολιτικές υποτέλειας και αφαίμαξης αυτών των πόρων, όχι μόνον δεν αξιοποίησαν ποτέ τις δυνατότητες, αλλά κατασπαταλώντας κάθε ικμάδα και κάθε προοπτική σε εφήμερα κέρδη των ίδιων και των πατρώνων τους, οδήγησαν τον τόπο στον μαρασμό, στη βαθιά οικονομική κρίση και τελικά στη χρεοκοπία. H οικονομική ανάπτυξη καθορίστηκε εν πολλοίς από τα παρασιτικά συμφέροντα και τις επιδιώξεις του ντόπιου κοτζαμπασιδισμού και του ξένου μεγάλου κεφαλαίου, που έτσι βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ολοκληρωτική επικράτησή του σε βάρος και ενάντια στα συμφέροντα του Λαού, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, την αξιοπρέπεια του ατόμου.
 
Η ποσοτική αύξηση των μεγεθών και των οικονομικών δεικτών της «ισχυρής» Ελλάδας προ της κρίσης, υπέκρυπτε με μαεστρία το σαράκι που κατέτρωγε το κοινωνικό σώμα και την οικονομία, αποπροσανατολίζοντας και εκμαυλίζοντας ταυτόχρονα τον λαό. Μέχρι που η χρεοκοπία το 2010 ήλθε σαν αναπότρεπτη φυσική συνέπεια αυτής της φθοροποιού διαδικασίας.
 
Τα έντονα χαρακτηριστικά μιας ψευδεπίγραφης ανάπτυξης, στηριγμένης στα πήλινα πόδια ενός παρασιτικού μοντέλου εξαρτημένου από ξένα κέντρα και με σκοπό την απομύζηση κάθε πόρου με σκοπό το υπερκέρδος και κάθε είδους «αρπαχτή», αποτυπώνεται έντονα στον τόπο σε κάθε «μεγάλο» έργο σε κάθε «μεγάλη» επένδυση με κορύφωση τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα αντίστοιχα έργα. Η πατρωνία και η διαπλοκή ήταν ορατή πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης.
 
Ανέκαθεν οι ελίτ της χώρας, ασκούσαν τον πλήρη έλεγχο στο πολιτικό σύστημα, μέσω της εξαγοράς και του εκμαυλισμού του πολιτικού προσωπικού. Ταύτιζαν τα συμφέροντά τους με αυτά των μεγάλων δυνάμεων, πότε της Ευρώπης, κυρίως της Γερμανίας, ή της Αγγλίας, ή των ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καλλιεργούσαν με μεθοδικότητα στον λαό τη νοοτροπία του ραγιαδισμού, μέσω της θεωρίας της «ψωροκώσταινας», παρουσιάζοντας συστηματικά την Ελλάδα ως μια «ανάπηρη» χώρα, που αδυνατεί να υπάρξει αυτεξούσια, αλλά πάντα ως παρελκόμενη μιας μεγάλης δύναμης, σήμερα της «Γερμανικής» Ευρώπης.
 
Η πηγή του κακού έρχεται από πολύ παλιά με τον τρόπο που απελευθερώθηκε το Έθνος και τα συμφέροντα που συγκρούστηκαν στη περιοχή για την αντιμετώπιση του περίφημου “Ανατολικού” Ζητήματος. Η χώρα έκτοτε ουδέποτε αφέθηκε, να αποκτήσει πραγματική ανεξαρτησία και να προχωρήσει σε κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη κατά τα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ούτε μπόρεσε να προχωρήσει στην ολοκλήρωσή της ως ανεξάρτητο αστικό Κράτος, στηριγμένη στις πραγματικές της δυνατότητες, ενσωματώνοντας τα οφέλη από τη Βιομηχανική Επανάσταση και τις προόδους που σημείωναν οι δυτικές χώρες, στις οποίες ήταν και παραμένει προσκολλημένη, ως μια αδύναμη περιφερειακή χώρα με πλήθος εξαρτήσεων απέναντι στους ξένους. Η άρχουσα τάξη, όπως διαμορφώθηκε μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, όριζε ως «Εθνικό» οτιδήποτε θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της και ως «αντεθνικό» κάθε τι που φοβόταν ότι θα έπληττε αυτά τα συμφέροντα, που κατά κανόνα προέκυπταν από την πρόσδεσή της στις “προστάτιδες” δυνάμεις.
 
Πάντα οι διάφορες ελίτ της χώρας λειτουργούν πέριξ ενός απολύτως παρασιτικού και εξαρτώμενου από ξένα συμφέροντα πυρήνα οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, προερχόμενου από τους παλαιούς κοτζαμπάσηδες της εποχής της τουρκοκρατίας, εμπλουτισμένο με τους μαυραγορίτες της κατοχής και τελευταία με τη δημιουργία των περίφημων νέων «τζακιών» της περιόδου του «εκσυγχρονισμού», που ταυτίζει την ίδια την ύπαρξη και τη διαιώνισή του στην εξουσία, ακριβώς στις προνομιακές του σχέσεις με τον ξένο παράγοντα.
 
Προτιμά, να επιβιώνει και να εξασφαλίζει τα συμφέροντά της, υπηρετώντας πρώτιστα τα συμφέροντα αυτών στους οποίους νοιώθει υποτελής και κατανοεί ότι αν εγκαταλειφτεί από αυτούς, θα χάσει όλα τα προνόμια, που απολαμβάνει μέχρι σήμερα από αυτές τις σχέσεις υποτέλειας.
 
Έτσι, η άρχουσα ελίτ υιοθέτησε ασμένως την «ευρωπαϊκή» προοπτική της χώρας, χωρίς στοιχειώδη μελέτη των επιπτώσεων, αρκούμενη μόνο στον τρόπο εξυπηρέτησης των δικών της αποκλειστικά ιδιοτελών συμφερόντων. Ασπάστηκε, με την ίδια ευκολία, τις ρυθμίσεις για ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, προϊόντων και ανθρώπων στο εσωτερικό της ΕΕ, αγνοώντας ότι η Ελλάδα, ως μικρή και με αδύναμη παραγωγική βάση χώρα, δεν διαθέτει το προαπαιτούμενο υπόβαθρο για να αντέξει τον αχαλίνωτο ανταγωνισμό με πολύ πιο ισχυρές χώρες και τις, πολυεθνικών συμφερόντων, μεγάλες εταιρείες, ούτε τις ευελιξίες προσαρμογής με βάση τις θεωρίες περί ανάπτυξης των «συγκριτικών» της πλεονεκτημάτων που τα περιόρισε, ετσιθελικά, μόνο στον τουρισμό και την παροχή παρασιτικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, αφού από αυτά τα «συγκριτικά» πλεονεκτήματα μπορούσε να κερδοσκοπεί ασύστολα και χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους.
 
Δέχθηκε, με απρονοησία, ή ιδιοτέλεια, ή και τα δύο, την ισχύ όλων των συμβάσεων, των συνθηκών, των κανονισμών και των οδηγιών, που οδήγησαν σε καταστροφή την εγχώρια παραγωγή και την παράδοση της εσωτερικής αγοράς στα μονοπώλια των μεγάλων πολυεθνικών. Αγκιστρώθηκε με θρησκόληπτη προσήλωση στις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις για κατάλυση κάθε έννοιας κοινωνικού και δημόσιου αγαθού, υιοθετώντας την πιο πρόστυχη και χυδαία πολιτική υποταγής στους επικυρίαρχους και αυστηρής καταστολής της ίδιας της Δημοκρατίας στο εσωτερικό, διαλύοντας την κοινωνία με το να στρέφει την μια κοινωνική κατηγορία και επαγγελματική τάξη, εναντίον της άλλης. Γιατί μόνο έτσι αντιλαμβάνεται την υπεράσπιση των δικών της ιδιοτελών συμφερόντων, με τη προσκόλληση στο δόγμα του «πάσει θυσία στο ευρώ», αδυνατώντας να ψελλίσει έστω κάτι, προς όφελος του εθνικού μας συμφέροντος, αντίθετα μάλιστα βάφτισε ως υπηρεσία στο εθνικό συμφέρον τη δουλικότητα και την υποταγή.
 
Μια σειρά από μέτρα, ρυθμίσεις, κανονισμοί, οδηγίες και εφαρμοζόμενες κοινοτικές πολιτικές έπληξαν ανεπανόρθωτα την εγχώρια παραγωγική βάση, κατέστρεψαν τη γεωργία, καθιστώντας τη χώρα σχεδόν αποκλειστικά εισαγωγική και με τεράστια εμπορικά ελλείμματα. Τέλος, ήλθε και το ευρώ επιτείνοντας τα προβλήματα και οδηγηθήκαμε έτσι στη χρεοκοπία, η οποία αποτελεί πλέον τη δικαιολογητική βάση, για να επιβληθούν στη χώρα, από τη πλευρά των «εταίρων», ως δήθεν αλληλεγγύη, ή ως συνετισμός των «ασώτων», όλα αυτά τα αντικοινωνικά μέτρα και οι πολιτικές που βιώνουμε και που οδηγούν τη χώρα στη διάλυσή της.
 
Η πρόταση μας για αντιστροφή της καταστροφικής πορείας, ανάταξη και αειφόρο ανάπτυξη.
 
Η ανασυγκρότηση του Εθνικού μας χώρου δεν μπορεί να συμβεί, εάν δεν στηριχθεί αποφασιστικά σε επιλογές οικονομικής πολιτικής, που θα στοχεύουν σε μια αυτοδύναμη ανάπτυξη στηριγμένη στην ορθολογική και φιλική προς το οικοσύστημα αξιοποίηση του συνόλου των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και προπαντός του ανθρώπινού της δυναμικού. Διαφορετικά ακόμα κι αν συμβεί η ανατροπή και η απελευθέρωση της χώρας από τα μέχρι τώρα δεσμά της, αυτό θα είναι προσωρινό και σύντομα πάλι θα βρεθούμε μπροστά σε νέα αδιέξοδα και νέες δουλείες.
 
Μέσα σε ένα απολύτως ρευστό διεθνές περιβάλλον, όπου οι περίφημες δυνάμεις της «αγοράς» απομυζούν κάθε πόρο και ζωντανό κεφάλαιο, αποτρέποντας στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης», κάθε πραγματική εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, προς όφελος της ίδιας και του λαού της, η μόνη απάντηση, από την πλευρά μας, είναι η μεγαλύτερη δυνατή κινητοποίηση των δικών μας δυνάμεων. Απέναντι στις σειρήνες της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, μέσω της «δημιουργικής» καταστροφής των πολλών προς όφελος των ολίγων, αντιτάσσουμε την Εθνική Οικονομία προς όφελος των πολλών.
 
Αυτό δεν σημαίνει περιχαράκωση και εξοντωτικό οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ της χώρας μας και άλλων οικονομιών, στη βάση αντιπαρατιθέμενων «εθνικισμών», φορείς των οποίων ενοχοποιούνται ότι είναι τα έθνη-κράτη. Αντίθετα μάλιστα. Είναι οι δήθεν απελευθερωμένες αγορές της παγκοσμιοποίησης που επιβάλλουν αυτόν τον ανελέητο και εξοντωτικό ανταγωνισμό των αγορών σε βάρος των λαών, θύματα του οποίου είμαστε κι εμείς σήμερα. Είναι ακριβώς αυτή η παγκοσμιοποίηση, ως το ανώτερο στάδιο του ιμπεριαλισμού, και ο ανελέητος υποβόσκων πόλεμος μεταξύ των μεγαλυτέρων χωρών, για την κατάληψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερων «μεριδίων» σε πλανητική βάση, που εξαχρειώνει, καλλιεργεί τον φονταμενταλισμό και τους άρρωστους εθνικισμούς και οδηγεί τον πλανήτη συνολικά στη δυστυχία και την καταστροφή.
 
Αυτή η κινητοποίηση όλου του δυναμικού της χώρας, με τη σειρά της, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση ενός πολύ καλά μελετημένου σχεδιασμού, που θα ξεκινά από την ανάκτηση (επανακατάληψη επί της ουσίας), της εσωτερικής αγοράς, την ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και τη συστηματική διεύρυνση των δυνατοτήτων μιας οικονομίας στηριγμένης σε πραγματική παραγωγή. Ζητούμενο είναι μια παραγωγική βάση που θα μπορεί να καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις εσωτερικές ανάγκες, χωρίς να εξαρτάται κάθε φορά από τις διαθέσεις εξωτερικών παραγόντων και σε δεύτερο βαθμό, θα μπορεί να δημιουργεί πλεονάσματα κατάλληλα για την εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης με τις παγκοσμιοποιημένες αγορές προϊόντων.
 
Και στην προκειμένη περίπτωση οι αντικειμενικές δυνατότητες υπάρχουν και είναι εξαιρετικές. Απομένει η συνειδητοποίηση αυτών των δυνατοτήτων από την πλευρά της κοινωνικής πλειοψηφίας και η εκμετάλλευσή τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο υποκειμενικός παράγοντας είναι αυτός που θα ορίσει απ’ εδώ και εμπρός τις εξελίξεις και σ’ αυτό το Ε.ΠΑ.Μ. έρχεται να απαντήσει με θετικό τρόπο.
 
Στην πράξη απαιτείται κατ’ αρχήν αντιστροφή του «μοντέλου». Από τον παρασιτισμό και την επιβίωση από ό,τι περισσεύει από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς», στην ανάδειξη των δικών μας πλούσιων δυνατοτήτων, όχι απλά για επιβίωση, αλλά για μια συνεχή αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής και του βιοτικού επιπέδου του λαού σε συνεχή και μακροχρόνια βάση.
 
H επιδιωκόμενη αυτοδύναμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με βάση τις πραγματικές της δυνατότητες, καθώς και τις αντίστοιχες δυνατότητες του ανθρώπινού της δυναμικού, δεν έχει καμιά σχέση με μια υποτιθέμενη αυτάρκεια και με οικονομική απομόνωση, όπως οι θιασώτες του παρασιτικού μοντέλου μας κατηγορούν. H χάραξη του δικού μας δρόμου παίρνει υπ' όψη της το ρευστό διεθνές περιβάλλον, τις παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες και την αναγκαιότητα ισότιμης συμμετοχής στις διεθνείς οικονομικές δραστηριότητες και ανταλλαγές. Άλλο όμως ισότιμες σχέσεις και άλλο εξάρτηση, υποτέλεια και τελικά παράδοση άνευ όρων, που κατέστησαν τη χώρα παρία στην Ε.Ε. και έφεραν τον λαό σε συνθήκες επιταχυνόμενης εξαθλίωσης.
 
Μια τέτοια αντιστροφή του «μοντέλου» προϋποθέτει πρώτα και κύρια απαλλαγή της καθοδήγησης της οικονομίας και της πολιτικής από τα ξένα κέντρα και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, τα οποία και συστηματικά υπηρετεί η εγχώρια ολιγαρχία και το υποταγμένο σ’ αυτήν πολιτικό προσωπικό.
 
Ένα τέτοιο νέο μοντέλο ανάπτυξης στον αντίποδα αυτού που εφαρμόζεται σήμερα, βεβαίως ξενίζει και η πρότασή του προξενεί φόβο σε ένα «ακροατήριο» που για πολλά χρόνια το έμαθαν να πιστεύει, ότι δεν μπορεί, δεν έχει δυνατότητες και οτιδήποτε άλλο από αυτό που εφαρμόζεται σε βάρος του θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή. Για τον λόγο αυτόν, το «σπάσιμο» του φόβου και η διαμόρφωση ευνοϊκών υποκειμενικών συνθηκών στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας κρίσιμης κοινωνικής μάζας, που θα μπορέσει να τεθεί μπροστά και να συμπαρασύρει όλες τις ζωντανές δυνάμεις του τόπου, ήταν εξ αρχής η πρώτη προτεραιότητα του Ε.ΠΑ.Μ. και σ’ αυτό θα επιμείνουμε μέχρι τέλους.
 
Ένα τέτοιο νέο παραγωγικό μοντέλο, αυτοδύναμης εν πολλοίς ανάπτυξης, σημαίνει προώθηση όλων των δυναμικών κλάδων της οικονομίας μας και όχι μόνο των παρασιτικών υπηρεσιών, ή και του τουρισμού. Οι διάφοροι τομείς και οι κλάδοι της οικονομικής δραστηριότητας οπωσδήποτε συνδυάζονται μεταξύ τους, αλλά αυτό οφείλει να γίνεται με τέτοιο τρόπο, που να πολλαπλασιάζεται το θετικό αποτέλεσμα των επενδύσεων κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού στους κλάδους αυτούς.
 
Κριτήριο, αλλά και προϋπόθεση για την επιτυχία ενός τέτοιου παραγωγικού μοντέλου είναι η καθετοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας σε όλα τα επίπεδα, δηλαδή η ανάπτυξη της καχεκτικής και σταδιακά συρρικνούμενης έως εξαφάνισης βιομηχανίας, από τις πρώτες ύλες μέχρι και την παραγωγή του τελικού προϊόντος. Μια τέτοια αντιστροφή της πορείας, θα σημάνει, εκτός των άλλων, σημαντική ενίσχυση των δυνατοτήτων απασχόλησης σε μόνιμη βάση και τη ριζική καταπολέμηση της ανεργίας, αλλά και τη σταδιακή αύξηση του εθνικού εισοδήματος.
 
H παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, ξεκινώντας από τη βιομηχανία τροφίμων, την επεξεργασία άλλων πρώτων υλών και φτάνοντας σταδιακά στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, με την ενεργοποίηση των Πανεπιστημίων και την ενδυνάμωση υπαρχόντων, ή τη δημιουργία εξ αρχής νέων ερευνητικών κέντρων, οφείλει να συνδυάζεται και να συμβαδίζει με την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών.
 
(Το κείμενο αυτό αποτελεί μικρό απόσπασμα από την ανέκδοτη -προς το παρόν- εργασία με τίτλο «Για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο»).
 
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ