Γίνε Μέλος
Ανάλαβε Δράση
Ενίσχυσέ Μας


Το παρακάτω κείμενο διαμορφώθηκε από συζητήσεις στην Ομάδα Υγείας με στόχο την δημιουργία ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) αφού γκρεμίστηκε αυτό που υπήρχε. Έχουμε ήδη στείλει κείμενα στον πολιτικό διάλογο σχετικά με την λειτουργία των ΜΚΟ (22/6/2016), την εκπαίδευση γενικά και ειδικότερα των γιατρών (Η δημοκρατία της γνώσης 29/6/2016), το ασφαλιστικό σύστημα (Μια πρόταση για ένα δημοκρατικό ασφαλιστικό συστήμα βασισμένο στην εργασία – 25 Ιανουαρίου 2016). Θα ακολουθήσουν και άλλα κείμενα από μέλη της ομάδας και φυσικά μπορεί να υπάρχουν διαφορές στις θέσεις παρόλη την προσπάθεια σύγκλισης. Ελπίζουμε ότι οι μικροδιαφορές θα εξομαλυνθούν στο τελικό πρόγραμμα. Ζητάμε την συμμετοχή σας στον διάλογο με σχόλια και για όσους θέλουν με ένταξη στην ομάδα. Θεωρούμε ότι καθένας μπορεί να προσφέρει ανεξάρτητα αν είναι ή δεν είναι τεχνοκράτης στον χώρο της Υγείας.
Για πολλούς συνανθρώπους μας η επαφή με το σύστημα υγείας είναι αναγκαστικά τακτική λόγω των αυξημένων αναγκών τους. Και βέβαια όταν το σύστημα υγείας υποχρηματοδοτείται, οι περικοπές τους επηρεάζουν άμεσα.
Στις λεγόμενες ευπαθείς ομάδες όπως οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, οι άνθρωποι με μαθησιακές δυσκολίες, οι πάσχοντες από σωματικές και ψυχικές αναπηρίες και χρόνιες παθήσεις έχουν ανάγκες από υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας οι οποίες συνεργάζονται στενά με τις ιατρικές υπηρεσίες. Η ποικιλία των διαφόρων αναγκών και ομάδων είναι πολύ μεγάλη, έτσι τα παρακάτω παραδείγματα δεν μπορούν να εξαντλήσουν όλα όσα χρειάζονται σύμφωνα με την σημερινή γνώση αλλά και όσα θα εντοπισθούν σαν ανάγκες στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό οι κανονισμοί αυτοί πρέπει να διαμορφώνονται σε συνεργασία με τους τοπικούς συλλόγους των ομάδων αυτών, οι οποίοι είναι σε επαφή με τους άμεσα ενδιαφερόμενους και τους συγγενείς τους και γνωρίζουν τις ανάγκες τους όπως εξελίσσονται στον χρόνο.
Η φροντίδα των χρονίων ασθενών και των ευπαθών ομάδων ομάδων αλλά και η καταγραφή των τοπικών διαρκώς μεταβαλλόμενων αναγκών τους πρέπει να είναι ευθύνη των ιατρικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας που διοικούνται από την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι μεταβολές στις ανάγκες αυτές μπορεί να είναι αποτέλεσμα διαφόρων εξωγενών παραγόντων, πχ φυσικών καταστροφών, πολέμων, προσφυγικών κρίσεων, επιδημιών κλπ αλλά και βελτιώσεων στην παροχή υπηρεσιών και αύξησης των απαιτήσεων του συστήματος.
Σε εθνικό επίπεδο πρέπει να γίνεται ο προσδιορισμός των ελάχιστων απαραίτητων υπηρεσιών τις οποίες οφείλουν να προσφέρουν οι τοπικές κοινότητες στους πολίτες. Σε εθνικό επίπεδο πρέπει επίσης να συγκεντρώνεται και να αξιολογείται η απόδοση του συστήματος μέσω δεικτών υγείας, και να αποφασίζονται οι αλλαγές πολιτικής. Είναι σημαντικό να μπορούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι τοπικοί φορείς (όσοι αναφέρθηκαν παραπάνω δηλαδή σύλλογοι ασθενών και συγγενών αλλά και τοπικές ιατρικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας) να έχουν τουλάχιστον ετήσια εκπροσώπιση σε διαβουλεύσεις σε εθνικό επίπεδο ώστε να μπορούν να συνδιαμορφώνουν τις νέες πολιτικές και να μεταφέρουν την εμπειρία από την πρώτη γραμμή όπου δοκιμάζονται.
Οι πολίτες αυτών των ομάδων πρέπει να στηρίζονται έμπρακτα από την κοινωνία στον χώρο εργασίας, στο σπίτι τους, σε όλους τους δημόσιους χώρους και στην πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Είναι απαραίτητη η ταυτόχρονη στήριξη σε όλους τους χώρους.
Η στήριξη αυτή πρέπει να γίνεται συντονισμένα από όλους τους εμπλεκόμενους ιατρούς, νοσηλευτές, κοινωνικούς λειτουργούς, εργασιοθεραπευτές, ψυχολόγους κλπ, οι οποίοι όλοι μαζί σχηματίζουν ένα συμβούλιο όλων των ειδικοτήτων που συναντιέται σε τακτά διαστήματα (πχ ετήσια ή κάθε δύο ή τρία χρόνια) ή έκτακτα όταν προκύπτει αλλαγή της κατάστασης, με στόχο τον συντονισμό των ενεργειών και την αμοιβαία ενημέρωση. Την ευθύνη για τον συντονισμό της ομάδας θα πρέπει να την έχει η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δηλαδή ο γενικός ιατρός που έχει μια μακροχρόνια προσωπική σχέση με τον ασθενή, εξασφαλίζοντας έτσι την συνέχεια και λογική συνέπεια της αντιμετώπισης του ασθενή. Ο στόχος πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση όλων των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών αναγκών του ευπαθούς πολίτη.
Ευαίσθητες ομάδες όπως άνεργοι, φτωχοποιημένοι, πρόσφυγες, μετανάστες, κακοποιημένοι, άνθρωποι με μαθησιακές δυσκολίες κλπ έχουν εξαιτίας της κοινωνικής περιθωριοποίησης μειωμένη δυνατότητα να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και ακόμα μικρότερη να ασκήσουν πολιτική πίεση. Για τον λόγο αυτό η πολιτεία πρέπει να παρέχει στήριξη μέσω ανεξάρτητων κοινωνικών υπηρεσιών που θα μπορούν να λειτουργούν ως συνήγοροι και σύμβουλοι των δικαιωμάτων αυτών των ομάδων, με στόχο την ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, στέγη, τροφή, εργασία, παιδεία κλπ. Εδώ φυσικά δεν υπονοούμε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ελεγχόμενες από ξένα ή ντόπια κέντρα με ύποπτα συμφέροντα. Οι συνήγοροι αυτοί θα μπορούσαν να επιλέγονται με κλήρωση μεταξύ πολιτών που ενδιαφέρονται να συμμετέχουν και να τους δίνεται η απαραίτητη εκπαίδευση με ευθύνη της πολιτείας. Οι συνήγοροι δεν πρέπει να έχουν οποιαδήποτε εξουσία αλλά να δρουν μόνο για να διευκολύνουν τα άτομα στα κοινωνικά τους προβλήματα. Ο ρόλος τους πρέπει να είναι συμβουλευτικός και φυσικά να είναι ανακλητοί όταν δεν εγκρίνονται από τον βοηθούμενο. Για παράδειγμα ένας τέτοιος συνήγορος μπορεί να συμβουλεύει έναν άνεργο πως μπορεί να διεκδικήσει μισθούς που δεν πήρε εμπρόθεσμα, έναν άστεγο που να αποτανθεί για βοήθεια και στέγη, ένα θύμα κακοποίησης ή παρενόχλησης να συμβουλεύει και να διαμεσολαβεί στην αστυνομία και στον εργοδότη, έναν μετανάστη ή πρόσφυγα για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.
Είναι σημαντικό η πολιτεία η ίδια να παίρνει την ευθύνη να καλύπτει την κοινωνική ανάγκη, διότι αλλιώς οι ΜΚΟ βρίσκουν ένα κενό εξουσίας που αυθαίρετα νομιμοποιεί την άσκηση πολιτικής εκ μέρους τους. Οι ΜΚΟ φυσικά και πρέπει να είναι ελεύθερες όπως κάθε σύλλογος να εκφράζουν τις απόψεις τους ή να παρέχουν εθελοντική εργασία ακόμα και πέρα από αυτά που προσφέρει η πολιτεία, όχι όμως και ενάντια στους νόμους και στην βούληση της πλειοψηφίας. Σχετικά με το θέμα βλέπε ‘Πλαίσιο Λειτουργίας για Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις’, Πολιτικός διάλογος, 22 Ιουνίου 2016.
Πολύ θετικές τοποθετήσεις.
ΜΚ